Ο σεισμός της Κορίνθου του 1928 συνέβη στην περιοχή της Κορινθίας, εκδηλώθηκε στις 22 Απριλίου 1928, στις 22:14, με μέγεθος 6,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Η δόνηση προκάλεσε σημαντικές καταστροφές, δυσανάλογες του μεγέθους της, λόγω της κακής ποιότητας κατασκευής των κτιρίων στην Κόρινθο και στους γειτονικούς οικισμούς. Για την ανοικοδόμηση της πόλης εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα νέοι κανονισμοί αντισεισμικής κατασκευής.

Ο πρώτος προειδοποιητικός σεισμός καταγράφηκε στις 06:19 της ίδιας ημέρας στον Πατραϊκό κόλπο. Η πρώτη ισχυρή δόνηση σημειώθηκε στην Κόρινθο στις 21:00 το βράδυ, ακολουθούμενη από 18 ασθενέστερες δονήσεις. Στις 22:00 σημειώθηκε ο δεύτερος ισχυρός σεισμός, τον οποίο διαδέχθηκαν 6 μικρότερες δονήσεις.

Ο κύριος σεισμός, που κατέστρεψε την πόλη της Κορίνθου, εκδηλώθηκε στις 22:14. Η μέγιστη έντασή του ήταν 9-10 βαθμοί της κλίμακας Μερκάλι, ενώ το μέγεθός του ήταν 6,3 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ήταν επιφανειακός, με βάθος 5 χλμ., και το επίκεντρό του υπολογίστηκε 70 χλμ. δυτικά της Αθήνας, κοντά στη διώρυγα και εντός του τριγώνου Κόρινθος-Καλαμάκι-Λουτράκι. Έγινε αισθητός σε σχεδόν ολόκληρη την Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας και της Στερεάς Ελλάδας, στα νησιά του Σαρωνικού, τις Κυκλάδες, τον Βόλο, την Πρέβεζα, ακόμα και την Κρήτη.

Χάρη στους πολλούς μικρούς σεισμούς που προηγήθηκαν της κύριας δόνησης, οι περισσότεροι κάτοικοι βρίσκονταν έξω από τα σπίτια τους, γεγονός που περιόρισε τον αριθμό των θυμάτων στους 20 νεκρούς και 30 τραυματίες. Ωστόσο, ο σεισμός κατέστρεψε σχεδόν το σύνολο των 2000 κτιρίων της πόλης της Κορίνθου και προκάλεσε σημαντικές ζημιές σε γειτονικούς οικισμούς, όπως το Λουτράκι. Οι καταστροφές αυτές ήταν δυσανάλογες του μεγέθους του σεισμού. Αυτό οφείλεται στην επιφανειακή φύση του, το ασταθές υπεδάφος, τον πλημμελή τρόπο δόμησης και την κακή ποιότητα των οικοδομικών υλικών που είχαν χρησιμοποιηθεί στα κτίσματα, κυρίως στρογγυλεμένες κροκάλες της θάλασσας με κακής ποιότητας κονίαμα.

Η έκταση των ζημιών από τον σεισμό της Κορίνθου προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση και παγκόσμιο ενδιαφέρον. Διοργανώθηκαν πολυάριθμοι έρανοι, ενώ στην περιοχή κατέπλευσαν ένα αγγλικό και δύο ιταλικά πολεμικά πλοία. Προσέφεραν εφόδια στους σεισμοπαθείς και τα πληρώματά τους συνέβαλαν στην κατεδάφιση των επικίνδυνων κτιρίων. Ο τότε Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός κινήθηκε δραστήρια για να βοηθήσει στην ανακούφιση των πληγέντων. Τον Οκτώβριο του 1928 ταξίδεψε στην Αμερική προκειμένου να συγκεντρώσει πόρους από τους εκεί ομογενείς, με μεγάλη ανταπόκριση από τους απόδημους Έλληνες.

Οι εκτεταμένες καταστροφές και το σαθρό γεωλογικό υπόβαθρο της πόλης της Κορίνθου δημιούργησαν το ερώτημα εάν η νέα πόλη θα έπρεπε να χτιστεί στην ίδια τοποθεσία ή να μεταφερθεί. Μια μερίδα του επιστημονικού κόσμου, όπως οι καθηγητές Δ. Αιγινήτης, Κ. Κτενάς, Θ. Σκουφός και ο Ιάπωνας Χ. Τακαναντάτε, πίστευαν ότι για κοινωνικούς και εμπορικούς λόγους η πόλη έπρεπε να χτιστεί στον χώρο της παλιάς, υπό την προϋπόθεση ότι οι νέες κατασκευές θα εφάρμοζαν σύγχρονες αντισεισμικές τεχνικές. Άλλοι επιστήμονες, όπως οι καθηγητές Ά. Ζίμπεργκ και Ζάιντλιτς, πρότειναν τη μεταφορά της πόλης νοτιότερα, σε πιο σταθερά πλειοκαινικά πετρώματα. Τελικά, επικράτησε η πρώτη άποψη. Για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου και του Λουτρακίου δημιουργήθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (ΑΟΣΚ). 

Επικεφαλής του ΑΟΣΚ ανέλαβε ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός. Ο Οργανισμός επέβλεψε την κατασκευή των κτιρίων με βάση τους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, ενώ ανέλαβε και τη χορήγηση δανείων και χρηματικής βοήθειας για την κατασκευή τους.